πάω - Βικιλεξικό (original) (raw)
πάω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πάγω[1], με αποβολή του μεσοφωνηεντικού [ɣ] (παραβάλετε τρώω) < ελληνιστική κοινή ὑπάγω (πηγαίνω)[2], με αποβολή του αρχικού άτονου [i], που θεωρήθηκε αύξηση αορίστου < αρχαία ελληνική ὑπάγω (οδηγώ κάτω από, προχωρώ)[3] → δείτε και πηγαίνω.
τυπογραφικός συλλαβισμός : πά‐ω
πάω
- άλλη μορφή του πηγαίνω
Πού πας έτσι πρωινιάτικα; - (προφορικό, για πρόσωπο, συχνά με άρνηση) συμπαθώ, μου αρέσει
Δεν τον πάω καθόλου τον Γιώργο.
πάω παρακάτω : προχωράω στο επόμενο θέμα· προτιμάται κυρίως όταν εννοείται αναφορά σε επόμενο εδάφιο γραπτού λόγου (αντί του συνώνυμου πάω παραπέρα)
→ δείτε πηγαίνω
Η ελλειπτική μορφή πα' χρησιμοποιείται, κυρίως προφορικά, για οποιαδήποτε μορφή του πάω (πας, πάει, πάμε, πάτε, πάνε).
Λέω να πα' να φάω κάνα σουβλάκι.Η μορφή πάω είναι ταυτόσημη με το πηγαίνω μόνο στον ενεστώτα· στους υπόλοιπους χρόνους το πάω χρησιμοποιείται για στιγμιαία κίνηση σε αντίθεση με τις μορφές που περιέχουν το παγ- ή το πηγ- οι οποίες χρησιμοποιούνται για εξακολουθητική κίνηση.
↑ πάω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
↑ πηγαίνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
↑ πάω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας