πάω - Βικιλεξικό (original) (raw)

πάω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πάγω[1], με αποβολή του μεσοφωνηεντικού [ɣ] (παραβάλετε τρώω) < ελληνιστική κοινή ὑπάγω (πηγαίνω)[2], με αποβολή του αρχικού άτονου [i], που θεωρήθηκε αύξηση αορίστου < αρχαία ελληνική ὑπάγω (οδηγώ κάτω από, προχωρώ)[3]δείτε και πηγαίνω.

ΔΦΑ : /ˈpa.o/

τυπογραφικός συλλαβισμός : πά‐ω

πάω

  1. άλλη μορφή του πηγαίνω
    παράδειγμα Πού πας έτσι πρωινιάτικα;
  2. (προφορικό, για πρόσωπο, συχνά με άρνηση) συμπαθώ, μου αρέσει
    παράδειγμα Δεν τον πάω καθόλου τον Γιώργο.
  1. Η ελλειπτική μορφή πα' χρησιμοποιείται, κυρίως προφορικά, για οποιαδήποτε μορφή του πάω (πας, πάει, πάμε, πάτε, πάνε).
    παράδειγμα Λέω να πα' να φάω κάνα σουβλάκι.

  2. Η μορφή πάω είναι ταυτόσημη με το πηγαίνω μόνο στον ενεστώτα· στους υπόλοιπους χρόνους το πάω χρησιμοποιείται για στιγμιαία κίνηση σε αντίθεση με τις μορφές που περιέχουν το παγ- ή το πηγ- οι οποίες χρησιμοποιούνται για εξακολουθητική κίνηση.

  3. πάω - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)

  4. πηγαίνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)

  5. πάω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας