πι - Βικιλεξικό (original) (raw)

Δείτε επίσης : π

ελληνικό αλφάβητο
Α α άλφα / ἄλφα Ν ν νι / νῦ
Β β ϐ βήτα / βῆτα Ξ ξ ξι / ξεῖ, ξῖ, ξῦ
Γ γ γάμα / γάμμα Ο ο όμικρον / ὂ μικρόν, (οὖ)
Δ δ δέλτα Π π ϖ πι / πεῖ, πῖ
Ε ε έψιλον / ἒ ψιλόν, (εἶ) Ρ ρ ϱ ρο / ῥῶ
Ζ ζ ζήτα / ζῆτα Σ σ/ς σίγμα / σῖγμα
Η η ήτα / ἦτα Τ τ ταυ / ταῦ
Θ θ ϑ θήτα / θῆτα Υ υ ύψιλον / ὖ ψιλόν, ()
Ι ι γιώτα, ιώτα / ἰῶτα Φ φ ϕ φι / φεῖ, φῖ
Κ κ ϰ κάπα / κάππα Χ χ χι / χεῖ, χῖ
Λ λ λάμδα, λάμβδα / λάβδα Ψ ψ ψι / ψεῖ, ψῖ
Μ μ μι / μῦ Ω ω ωμέγα / ὦ μέγα, ()
Παρωχημένα γράμματα - Άλλα σύμβολα
Ϝ ϝ δίγαμμα Ϻ ϻ σαν
Ϛ ϛ στίγμα Ϸ ϸ σω
Ϡ ϡ σαμπί Ͳ ͳ παλαιό σαμπί
Ϙ ϙ κόππα Ϟ ϟ μεταγενέστερο κόππα
Ͱ ͱ ἧτα (δασυνόμενο) Ϲ ϲ μηνοειδές σίγμα
Ϗ ϗ και Ͻ ͻ ἀντίσιγμα
Ͷ ͷ παμφυλιακό δίγαμμα Ȣ ȣ ου

πι < μεσαιωνική ελληνική πῖ < αρχαία ελληνική πεῖ

γυναίκα στηρίζεται σε πι

πι ουδέτερο άκλιτο

  1. το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (π, κεφαλαίο: Π) (Ν. Ελληνικής)
  2. (προφορικό) βοήθημα βάδισης, για άτομα με κινητικές δυσκολίες σε σχήμα «Π», περιπατητήρας