χροιά - Βικιλεξικό (original) (raw)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | χροιά | οι | χροιές |
| γενική | της | χροιάς | των | χροιών |
| αιτιατική | τη | χροιά | τις | χροιές |
| κλητική | χροιά | χροιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά |
χροιά < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική χροιά
τυπογραφικός συλλαβισμός : χροι‐ά
χροιά θηλυκό
- η απόχρωση (για χρώματα, αντικείμενα)
- το ηχόχρωμα, το χαρακτηριστικό ενός ήχου
- (μεταφορικά) η νοηματική ή συναισθηματική ή άλλη απόχρωση, τόνος
το νέο μυθιστόρημά του έχει και μια πολιτική χροιά
- χροιά - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χροιά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
χροιά < αρχαία ελληνική χροιά
χροιά θηλυκό
- χροιά
※ Βλ. Χιλιόστιχος θεολογία 296: [Ἴσ]ον νόει μοι νοῦν παναίτιον μόνον, ὦ μαινόβακχε καὶ ζόφου πεπλησμένε, συναίτιον δὲ μηδαμῶς ὕλην δίδου, χωριστὸν εἶδος. φάσμα κομπορρημόνων μηδ’ ὠσὶν ἄκροις εὐλαβούμενος δέχου. ἀνείδεον τίς εὗρεν ὕλην γάρ, φράσον, ἀσώματον χροιὰν δὲ τίς μοι δειξάτω. εἴδη παρ’ εἰδῶν εἰ λέγοις μετεγγράφειν, τὸν δημιουργὸν εἰσάγεις παρεργάτην (Χρήστος Κουτσιόπουλος, ‘’Το φιλοσοφικό υπόβαθρο της χιλιοστίχου θεολογίας του Λέοντος Χοιροσφάκτη’’, Θεσσαλονίκη, 2021, σελ. 80 - κείμενο 9ου-10ου αιώνα
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | χροιᾱ́ | αἱ | χροιαί |
| γενική | τῆς | χροιᾶς | τῶν | χροιῶν |
| δοτική | τῇ | χροιᾷ | ταῖς | χροιαῖς |
| αιτιατική | τὴν | χροιᾱ́ν | τὰς | χροιᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | χροιᾱ́ | χροιαί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χροιᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | χροιαῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά |
χροιά < χρώς • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
χροιά θηλυκό
- η επιφάνεια του ανθρώπινου σώματος, το δέρμα
→ δείτε παράθεμα στο χροιή ιωνικός τύπος - το χρώμα του δέρματος
※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Βάκχαι, στίχ. 457
λευκὴν δὲ χροιὰν ἐκ παρασκευῆς ἔχεις,
Το δέρμα σου το κρατάς λευκό, το φροντίζεις.
Μετάφραση χ.χ.: Θ. Κ. Στεφανόπουλος, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr - (μεταφορικά) η επιφανειακή, επιδερμική άποψη των πραγμάτων
- το χρώμα γενικά
- (μουσική) λεπτή διαφορά στη μουσική κλίμακα, μικροδιαφορά στoν τόνο της μελωδίας
χροιά - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
χροιά - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.