Koffer - Βικιλεξικό (original) (raw)

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]

(βοήθεια·αρχείο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Koffer (de) αρσενικό


Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Koffer < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Koffer αρσενικό ή θηλυκό

Πηγές

[επεξεργασία]