Liebe - Βικιλεξικό (original) (raw)

Liebe < liob/lioba < leuba-/leubam < lubʰ-

ΔΦΑ : /ˈliː.bə/

(βοήθεια·αρχείο)

(βοήθεια·αρχείο)

τυπογραφικός συλλαβισμός : Lie‐be

Liebe (de) θηλυκό

Liebe αρσενικό ή θηλυκό


Liebe < λείπει η ετυμολογία

Liebe αρσενικό ή θηλυκό


Liebe < λείπει η ετυμολογία

Liebe αρσενικό ή θηλυκό