Liebe - Βικιλεξικό (original) (raw)
Liebe < liob/lioba < leuba-/leubam < lubʰ-
τυπογραφικός συλλαβισμός : Lie‐be
Liebe (de) θηλυκό
η αγάπη
Liebe αρσενικό ή θηλυκό
Liebe < → λείπει η ετυμολογία
Liebe αρσενικό ή θηλυκό
Liebe < → λείπει η ετυμολογία
Liebe αρσενικό ή θηλυκό