aria - Βικιλεξικό (original) (raw)

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

aria < ιταλική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aria arias

aria (fr) θηλυκό


Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

aria < ιταλική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aria arias

aria (fr) θηλυκό


Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]

(βοήθεια·αρχείο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

aria (it)