buffet - Βικιλεξικό (original) (raw)

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bəˈfeɪ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
buffet buffets

buffet (en)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbʌfɪt/

Ρήμα

[επεξεργασία]

ενεστώτας buffet
γ΄ ενικό ενεστώτα buffets
αόριστος buffeted
παθητική μετοχή buffeted
ενεργητική μετοχή buffeting

buffet (en) (συχνά στην παθητική φωνή)

Πηγές

[επεξεργασία]


Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]

(βοήθεια·αρχείο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
buffet buffets

buffet (fr) αρσενικό

  1. ο μπουφές, το σερβάν, η σερβάντα
  2. το κυλικείο