diable - Βικιλεξικό (original) (raw)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
diable < λατινική diabolus < αρχαία ελληνική διάβολος
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| diable | diables |
diable (fr) αρσενικό
Επιφώνημα
diable (fr)
- δηλώνει έκπληξη, εκνευρισμό
que diable se passe-t-il ? - τι διάολο συμβαίνει;
→ δείτε τις λέξεις bigre και fichtre