fidi - Βικιλεξικό (original) (raw)

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

fidi < → δείτε τις λέξεις fido και -i

Προφορά

[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfi.di/

Ρήμα

[επεξεργασία]

ρήμα fidi
χρόνος μορφή ενεργητικήμετοχή παθητικήμετοχή
ενεστώτας fidas fidanta fidata
αόριστος fidis fidinta fidita
μέλλοντας fidos fidonta fidota
υποθετική fidus - -
προστακτική fidu - -

fidi (eo)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]


Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

fidi (io)