global - Βικιλεξικό (original) (raw)
global (en)
- σφαιρικός, που έχει το σχήμα σφαίρας
- παγκόσμιος, που αφορά όλη τη γη
The dinosaurs were wiped out by a global catastrophe.
Οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν από μία παγκόσμια καταστροφή. - (πληροφορική) καθολική, για μεταβλητή που είναι προσπελάσιμη από οποιοδήποτε σημείο ενός προγράμματος (πχ. variable of global scope)
≠ αντώνυμα: local
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | global | globaux |
| θηλυκό | globale | globales |
global (fr)
global (de)