harika - Βικιλεξικό (original) (raw)

harika < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική خارقه (harika) < αραβική خارِقة (ḵāriqa, θαύμα, κάτι υπερφυσικό). Δεν σχετίζεται με το χάρηκα.

ΔΦΑ : /haː.ɾiˈka/

τυπογραφικός συλλαβισμός : ha‐ri‐ka

harika