kin - Βικιλεξικό (original) (raw)

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

kin (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]


Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

kin (rōmaji)


Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

kin (io)