kraljica - Βικιλεξικό (original) (raw)
Σερβοκροατικά (sh)
Ετυμολογία
kraljica < πρωτοσλαβική *korľica
Προφορά
τυπογραφικός συλλαβισμός : kra‐lji‐ca
Ουσιαστικό
kraljica (sh) (κυριλλική γραφή: краљица) θηλυκό
- η βασίλισσα, γυναίκα που ασκεί τη βασιλική εξουσία
- η βασίλισσα, σκακιστικό κομμάτι
- η ντάμα, φιγούρα της τράπουλας
Κλίση
κλίση του kraljica
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| ονομαστική | kraljica | kraljice |
| γενική | kraljice | kraljica |
| δοτική | kraljici | kraljicama |
| αιτιατική | kraljicu | kraljice |
| κλητική | kraljico | kraljice |
| τοπική | kraljici | kraljicama |
| οργανική | kraljicom | kraljicama |