lume - Βικιλεξικό (original) (raw)

Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lume (pt)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]


Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lume (ro) θηλυκό

  1. ο κόσμος
  2. η ανθρωπότητα
  3. οι άνθρωποι, ο κόσμος, το πλήθος

Κλίση

[επεξεργασία]

κλίση του lume

ενικός πληθυντικός
αόριστη άρθρωση οριστική άρθρωση αόριστη άρθρωση οριστική άρθρωση
ονομαστική o lume lumea nişte lumi lumile
γενική a unei lumi lumii a unor lumi lumilor
δοτική a unei lumi lumii a unor lumi lumilor
αιτιατική o lume lumea nişte lumi lumile
κλητική - -