mar - Βικιλεξικό (original) (raw)

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mar (en)


Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mar mares

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mar (es) αρσενικό


Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
mar mares

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mar (pt) αρσενικό