noti - Βικιλεξικό (original) (raw)

ρήμα noti
χρόνος μορφή ενεργητικήμετοχή παθητικήμετοχή
ενεστώτας notas notanta notata
αόριστος notis notinta notita
μέλλοντας notos notonta notota
υποθετική notus - -
προστακτική notu - -

noti (eo)