pretender - Βικιλεξικό (original) (raw)
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
pretender (en)
- υποκρινόμενος
- που ισχυρίζεται ότι έχει δικαίωμα εξουσίας που κατέχει άλλος ή συνηθέστερα που έχει καταργηθεί συστημικά
συχνά ο υποκρινόμενος άρχοντας ντύνεται ανάλογα, στις μέρες μας κυρίως σε επίσημες επισκέψεις και θρησκευτικές τελετές- ψευδοβασιλέας, ψευδοαυτοκράτορας (πχ. ο Κορεάτης ψευδοαυτοκράτορας)