bouquet - Βικιλεξικό (original) (raw)
bouquet (en)
bouquet (fr) αρσενικό
- το μπουκέτο, το μάτσο, η δέσμη, η ανθοδέσμη
- η δενδροστοιχία
- το άρωμα, η οσμή ενός κρασιού ή ενός λικέρ
le bouquet du vin - το άρωμα του κρασιού - το τελικό σύνολο βεγγαλικών που κλείνει ένα πυροτέχνημα
un bouquet final
bouquet (fr) αρσενικό
- bouquet garni: ματσάκι από δάφνη, θυμάρι και μαΪντανό
- c'est le bouquet ! το άκρον άωτον
bouquet (it)