sok - Βικιλεξικό (original) (raw)

Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sok (da)


Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]

(βοήθεια·αρχείο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sok (nl) θηλυκό


Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɔk/

(βοήθεια·αρχείο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sok (pl) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]


Σλοβενικά (sl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sok (sl)