wandel - Βικιλεξικό (original) (raw)

Περιεχόμενα

Εργαλεία

Ενέργειες

Γενικά

Εκτύπωση/εξαγωγή

Σε άλλα εγχειρήματα

Εμφάνιση

Από Βικιλεξικό

Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

wandel (nl)

  1. 1ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος wandelen
  2. 2ο ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ρήματος wandelen

Ανακτήθηκε από "https://el.wiktionary.org/w/index.php?title=wandel&oldid=3931166"

Κατηγορία: