φιλί - Βικιλεξικό (original) (raw)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φιλί | τα | φιλιά |
| γενική | του | φιλιού | των | φιλιών |
| αιτιατική | το | φιλί | τα | φιλιά |
| κλητική | φιλί | φιλιά | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά |
φιλί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φιλί(ν) < αρχαία ελληνική φιλεῖν < απαρέμφατο φιλεῖν του ρήματος φιλῶ < φιλέω
Το Φιλί, Gustav Klimt
φιλί ουδέτερο
η επαφή των χειλιών στα χείλη, στο χέρι, στο μάγουλο ή άλλο μέρος του σώματος κάποιου (προσώπου ή πράγματος) ως ένδειξη χαιρετισμού, ευχής, συμπάθειας, ερωτικής έλξης κ.λπ.
το φιλί της ζωής: η τεχνητή αναπνοή // (μεταφορικά) η βοήθεια της τελευταίας στιγμής
φιλί
- αγγλικά : kiss (en)
- αλβανικά : puthje (sq)
- αραβικά : تقبيل (ar)
- αφρικάανς : kus (af)
- βασκικά : pot (eu), pa (eu)
- βιετναμικά : hôn (vi)
- βουλγαρικά : целувка (bg)
- σκωτικά γαελικά : pòg (gd)
- γαλλικά : baiser (fr) α
- γερμανικά : Kuss (de)
- δανικά : kys (da)
- εβραϊκά : נשיקה (he)
- εσθονικά : suudlus (et)
- εσπεράντο : kiso (eo)
- ιαπωνικά : 接吻 (ja)
- ίντο : kiso (io)
- ισλανδικά : koss (is)
- ισπανικά : beso (es)
- ιταλικά : bacio (it)
- καταλανικά : petó (ca)
- κινεζικά : 親吻 (zh)
- κορεατικά : 입맞춤 (ko)
- κροατικά : poljubac (hr)
- λατινικά : basiatio (la), basium (la), philema (la)
- λιθουανικά : bučinys (lt)
- νορβηγικά : kyss (no)
- ολλανδικά : kus (nl), zoen (nl)
- ουγγρικά : csók (hu)
- περσικά : بوسه (fa)
- παπιαμέντο : sunchi
- πολωνικά : pocałunek (pl)
- πορτογαλικά : beijo (pt)
- ρωσικά : поцелуй (ru)
- σλαβομακεδονικά : бакнеж (mk)
- σουηδικά : kyss (sv), puss (sv)
- σράναν : bosi
- τουρκικά : öpücük (tr), buse (tr)
- φεροϊκά : kossur (fo)
- φινλανδικά : suuteleminen (fi)
- δυτικά φριζικά : tút (fy)
- χίντι : चुम्बन (hi)