ή - Βικιλεξικό (original) (raw)
Δείτε τις παραλλαγές η, ή, ἡ, ἤ, ᾖ, -η
ή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἤ
ή
- (διαχωριστικός-διαζευκτικός σύνδεσμος) συνδέει κατά παράταξη όμοιους όρους και προτάσεις: χρησιμοποιείται για την παρουσίαση μιας λίστας εναλλακτικών πιθανοτήτων
θα πάμε το βράδυ στο θέατρο ή στον κινηματογράφο
υπάρχουν χιλιάδες ποικιλίες μήλων, σε κόκκινο, πράσινο ή κίτρινο χρώμα - ή...ή: είτε...είτε, παρουσιάζονται δύο επιλογές από τους οποίους να διαλέξουμε, δύο πιθανότητες από τις οποίες μία θα πραγματοποιηθεί, κλπ.
Ή αλλάζουμε την Ελλάδα ή καταδικάζουμε την Ελλάδα. (Γ. Παπανδρέου, 11 Σεπτεμβρίου 2010)
Ή αυτοί ή εμείς!
ή
αρχαία ελληνικά : ἤ, ἦ
αγγλικά : or (en) (1), either...or (en) (2)
γερμανικά : oder (de) (1), entweder ... oder (de) (2)
καταλανικά : o (ca)
φινλανδικά : tai (fi), vai (fi)
ή - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
ή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
ή - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)