κρασί - Βικιλεξικό (original) (raw)
Δείτε επίσης : κράση
Νέα ελληνικά (el)
Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κρασί | τα | κρασιά |
| γενική | του | κρασιού | των | κρασιών |
| αιτιατική | το | κρασί | τα | κρασιά |
| κλητική | κρασί | κρασιά | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά |
Ετυμολογία
κρασί < μεσαιωνική ελληνική κρασίν < αρχαία ελληνική κρᾶσις (οίνου), (: ανακάτεμα)
Προφορά
Ουσιαστικό
κρασί ουδέτερο
Εκφράσεις
- βάζω νερό στο κρασί μου: γίνομαι διαλλακτικός, υποχωρώ σε μερικές από τις απαιτήσεις μου
- καλά κρασιά!: για κάτι που θεωρούμε απίθανο ότι θα γίνει
Συγγενικά
Σύνθετα
| κρασοβάρελο κρασοβόλι κρασοκανάτα κρασοκανάτας κρασοκατάνυξη | Κρασομηνάς κρασοπατέρας κρασοπίνας κρασοπότηρο | κρασοπότι κρασοπουλειό κρασοστάφυλο κρασωμένος |
|---|
και
Ταυτόσημα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
κρασί
- αρχαία ελληνικά : οἶνος
- μυκηναϊκή διάλεκτος : 𐀺𐀜 (

wo-no)
- μυκηναϊκή διάλεκτος : 𐀺𐀜 (
- αγγλικά : wine (en)
- αγγλοσαξονικά : win (ang)
- αλβανικά : verë (sq)
- αρχαία εβραϊκά : יין
- αφρικάανς : wyn (af)
- βουλγαρικά : вино (bg) (vino)
- βρετονικά : gwin (br)
- γαλλικά : vin (fr)
- γερμανικά : Wein (de) αρσενικό
- δανικά : vin (da)
- εβραϊκά : יין (he)
- εσθονικά : vein (et)
- εσπεράντο : vino (eo)
- ζουλού : iwayini (zu)
- ιαπωνικά : ワイン (ja) (wain), ぶどうしゅ (ja) (budōshu)
- ισπανικά : vino (es)
- ιταλικά : vino (it)
- καταλανικά : vi (ca)
- κινεζικά : 酒 (zh), 葡萄酒 (zh) (pútáo-jiǔ)
- κορεατικά : 포도주 (ko) (podoju)
- κροατικά : vino (hr)
- λατινικά : vinum (la)
- νορβηγικά : vin (no)
- ολλανδικά : wijn (nl)
- οξιτανικά : vin (oc)
- ουγγρικά : bor (hu)
- παπιαμέντο : biña
- πολωνικά : wino (pl)
- πορτογαλικά : vinho (pt)
- ρουμανικά : vin (ro)
- ρωσικά : вино (ru) (vinó)
- σκωτικά γαελικά : fìon (gd)
- σλοβενικά : vino (sl)
- σουηδικά : vin (sv)
- σράναν : win
- τουρκικά : şarap (tr)
- τσεχικά : víno (cs)
- φιλιππινέζικα : álak (tl)
- φινλανδικά : viini (fi)
- δυτικά φριζικά : wyn (fy)
- φεροϊκά : vín (fo)